Slideshow image Slideshow image Slideshow image
Previous Next
Η Γνωστική-Συμπεριφορική Θεραπεία στην αντιμετώπιση της κοινωνικής φοβίας

Φοβία είναι η διαταραχή που χαρακτηρίζεται από φόβο ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις ή σε καταστάσεις που το άτομο έχει να επιτελέσει κάτι μπροστά σε κόσμο (Alden, L.E. & Wallace, S.,1995).

 

Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ένας μόνιμος φόβος μιας ή περισσότερων κοινωνικών καταστάσεων κατά τις οποίες το άτομο εκτίθεται σε πιθανή κριτική από τους άλλους Κοινωνική. Ο ασθενής, στις καταστάσεις αυτές, φοβάται μήπως προβεί σε κάποια πράξη ή ενέργεια τέτοια που θα τον ταπείνωνε ή θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση (Armfield, J.M.,2006).

 

Ο φόβος οδηγεί συχνά σε αποφυγή των φοβικών καταστάσεων. Οι πάσχοντες από κοινωνική φοβία αναφέρουν υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και κατάχρησης ουσιών και σημαντικό περιορισμό της λειτουργικότητάς τους στις κοινωνικές και επαγγελματικές τους σχέσεις και δραστηριότητες (B ̈ogels, S.M. & Zigterman, D.,2000, Beck, A.T., Emery, G. & Greenberg, R.L.,1985).

 

Ένας από τους πιθανούς λόγους που η κοινωνική φοβία δεν ερευνήθηκε νωρίτερα είναι το γεγονός ότι είναι δύσκολο να αναγνωρισθεί ως ψυχοπαθολογική κατάσταση, με δεδομένο ότι το 40% του γενικού πληθυσμού περιγράφει τον εαυτό του ως «ντροπαλό». Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι η κοινωνική φοβία αναγνωρίσθηκε επίσημα ως νοσολογική οντότητα στο DSM – III (1980). Την τελευταία δεκαετία η έρευνα για τη φύση και τη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας αυξήθηκε σημαντικά.

 

Υπάρχουν δύο κατηγορίες κοινωνικής φοβία. Η πρώτη κατηγορία είναι η ειδική κοινωνική φοβία όπου το άτομο φοβάται να προβεί σε συγκεκριμένες δραστηριότητες όταν το παρατηρούν άλλα πρόσωπα, π.χ. πολλά άτομα αποφεύγουν να τρώνε μπροστά σε τρίτους, να γράφουν, να μιλάνε μπροστά σε κοινό, να απευθύνονται σε άτομα κύρους κ.α. Η δεύτερη κατηγορία είναι η γενικευμένη κοινωνική φοβία όπου το άτομο φοβάται την κριτική από τρίτους σε μια πληθώρα καταστάσεων της καθημερινής ζωής.

 

Γνωσιακό Μοντέλο Κοινωνικής Φοβίας

Η γνωσιακή θεωρία αναφέρει ότι οι φοβικές διαταραχές προκύπτουν από λανθασμένη και υπερβολική εκτίμηση κινδύνου σε αντικειμενικά μη απειλητικές καταστάσεις (Foa, E.B. & Kozak, M.J,986).

 

Οι μελέτες αναφέρουν ότι οι αγχώδεις ασθενείς συστηματικά υπερεκτιμούν την πιθανότητα ή το τίμημα αρνητικών γεγονότων σε διάφορες καταστάσεις (Lucock, M.P. & Salkovskis, P. M,1988, Marks, I. & Dar, R. 2000). Η υπερεκτίμηση της αρνητικής έκβασης είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση των φοβικών διαταραχών και οδηγεί σε συνεχή αποφυγή της κατάστασης.

 

Η γονεϊκή απόρριψη και η αποδοκιμασία θεωρούνται καθοριστικοί παθογενετικοί παράγοντες για την εμφάνιση της κοινωνικής φοβίας. Υποτίθεται πάντως ότι κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες αναπτύσσονται γνωστικά σχήματα που κάνουν το άτομο ευάλωτο στην εκδήλωση της κοινωνικής φοβίας. Όταν ενεργοποιηθούν, τα σχήματα επηρεάζουν την επεξεργασία των πληροφοριών, μορφοποιούν την ερμηνεία της εμπειρίας και επηρεάζουν το συναίσθημα.

 

Τα αγχώδη σχήματα περιλαμβάνουν πεποιθήσεις και πιστεύω σχετικά με τον κίνδυνο που συνδέεται με μία κατάσταση ή ένα γεγονός και την μειωμένη ικανότητα του ατόμου να ανταπεξέλθει και μπορούν να εμφανιστούν όταν τα άτομα εκτεθούν στο φοβικό ερέθισμα (Beck. A,1985)

 

Σύμφωνα με το γνωσιακό μοντέλο, οι πάσχοντες από κοινωνική φοβία αποκτούν άγχος κατά την αναμονή ή τη συμμετοχή σε κοινωνικές καταστάσεις γιατί διατηρούν πεποιθήσεις που τους κάνουν να σκέφτονται ότι συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άλλοι τους απορρίπτουν. Αφού ενεργοποιηθούν αυτές οι σκέψεις για αρνητική κοινωνική αξιολόγηση, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που διατηρεί την κοινωνική φοβία (Μathews, A.,1095)

 

Η προοπτική να συμμετέχει το άτομο σε μια άγνωστη κατάσταση ενεργοποιεί σκέψεις αναμονής που επικεντρώνονται στην αρνητική αυτό-αξιολόγηση. Αυτές οι σκέψεις προκαλούν άγχος που με τη σειρά του δημιουργεί σκέψεις αποφυγής της φοβικής κατάστασης. Η επικέντρωση σε αρνητικές σκέψεις εμποδίζει την συμπεριφορά προσαρμογής, γιατί εμποδίζει τον κοινωνικά φοβικό να κάνει ένα σχέδιο για τον τρόπο που θα αντιμετωπίσει την κατάσταση, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το άγχος και να αναπτύσσει επιπλέον αρνητικές κρίσεις για τον εαυτό τoυ (Sadock, B.J. & Sadock, V.A.2000)

 

Σύμφωνα με το γνωσιακό μοντέλο, οι κοινωνικά φοβικοί ασθενείς αναφέρουν περισσότερες σκέψεις αρνητικής αξιολόγησης σχετικά με την εμφάνιση και τη συμπεριφοράς τους σε σύγκριση με αγχώδεις ή υγιείς ανθρώπους. Σε μια κοινωνική κατάσταση οι κοινωνικά φοβικοί κάνουν αυτόματα συγκεκριμένες αρνητικές σκέψεις χωρίς στην πραγματικότητα να δίνουν προσοχή σε αυτά που πραγματικά συμβαίνουν στη συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση.

 

Οι πηγές του άγχους διακρίνονται στην εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του (τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την κατάσταση, κυρίως τα αρνητικά) και στην παρατήρηση της πιθανής εξωτερικής απειλής. Στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας, η εξωτερική απειλή αναφέρεται στις ενδείξεις αρνητικής αξιολόγησης.

 

Η διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του ατόμου σχετικά με την εκτίμηση των άλλων για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του και την αντίληψη που έχει το άτομο σχετικά με τις προδιαγραφές που θέτουν οι άλλοι για την αξιολόγηση της εμφάνισης και της συμπεριφοράς του καθορίζει την πιθανότητα να αξιολογηθεί αρνητικά από το κοινό με αποτέλεσμα να αρχίζει να θεωρεί το άτομο ότι θα υποστεί τις κοινωνικές συνέπειες της προσδοκώμενης αρνητικής αξιολόγησης.

 

Η προσδοκία αυτή προκαλεί αγωνία με ψυχολογικές, γνωσιακές και συμπεριφορικές εκδηλώσεις που με τη σειρά τους επηρεάζουν την εικόνα που σχηματίζει στο μυαλό του το άτομο για το πώς «το βλέπουν» οι άλλοι και ο κύκλος ξεκινά από την αρχή (Brewin, C.R., 2006).

 

Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία στην κοινωνική φοβία

Η βασική αρχή της γνωσιακής προσέγγισης αναφέρει ότι ο τρόπος με τον οποίο το άτομο κατασκευάζει νοητικά τον κόσμο ασκεί αποφασιστική επίδραση πάνω στη συμπεριφορά του Η κατανόηση και τροποποίηση της συμπεριφοράς επιτυγχάνεται μέσα από την τροποποίηση των γνωστικών σχημάτων που έχει το άτομο για τον εαυτό του και τον κόσμο.

 

Η γνωστική-συμπεριφορική θεραπειά (ΓΣΘ) αποτελεί ένα σύνολο συμπεριφοριστικών και γνωσιακών στρατηγικών, που στοχεύουν στην καταγραφή και τροποποίηση των δυσλειτουργικών σχημάτων του ατόμου έτσι ώστε να επιτευχθεί η αλλαγή. Η γνωσιακή προσέγγιση είναι βραχυπρόθεσμη, προσανατολισμένη στο πρόβλημα και τη λύση του, εστιάζεται στο παρόν και βασίζεται στο μοντέλο της μάθησης.

 

Ο στόχος είναι η εκμάθηση μιας περισσότερο λειτουργικής συμπεριφοράς. Ο θεραπευτής υιοθετεί έναν ενεργητικό και κατευθυντικό ρόλο, μπορεί να είναι διδακτικός κάποιες φορές, αλλά ο κύριος ρόλος του είναι να διευκολύνει τον ορισμό και τη λύση των προβλημάτων. Παράλληλα, ο ασθενής καλείται να έχει ενεργό ρόλο κατά τη διάρκεια της θεραπείας (Καλπάκογλου, Θ.,1996).

 

Τα προγράμματα για τη θεραπεία της κοινωνική φοβίας έχουν κοινά χαρακτηριστικά που περιλαμβάνουν:

Εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων
Ο κύριος στόχος είναι να προσφέρει στον ασθενή εναλλακτικούς τρόπους πιο προσαρμοστικών κοινωνικών συμπεριφορών, μειώνοντας την παθητικότητα και τα αισθήματα ανικανότητας, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του ασθενούς και της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκουν.


Γνωστική Αναδόμηση
Η γνωσιακή αναδόμηση περιλαμβάνει τον εντοπισμό των δυσλειτουργικών σκέψεων, των υποθετικών πεποιθήσεων και της βασικής πεποίθησης του ασθενούς, επιτρέποντας έτσι στον θεραπευτή να αποκτήσει γνώσεις σχετικά με τις γνωστικές διεργασίες του ασθενούς (Clark DM, Wells A. A 1995)

Ο εντοπισμός, η αμφισβήτηση και η τροποποίηση των δυσλειτουργικών σκέψεων είναι τρόποι που επιτρέπουν στον ασθενή να αναγνωρίσει τη σχέση μεταξύ των σκέψεων και των συμπτωμάτων του. Επιπλέον, η εκμάθηση αυτή επιτρέπει στον ασθενή να μειώσει την αρνητική παρέμβαση των σκέψεων και των συναισθημάτων, αυξάνοντας έτσι τον αυτοέλεγχο και την αυτοπεποίθηση.


Διαχείριση άγχους και χαλάρωση
Οι τεχνικές διαχείρισης άγχους και χαλάρωσης χρησιμοποιούνται επίσης στη θεραπεία της κοινωνικής φοβίας με σκοπό να κάνουν τον ασθενή να μάθει πώς να έχει περισσότερο έλεγχο στις φυσιολογικές αντιδράσεις που είναι χαρακτηριστικές του άγχους. Έτσι, αυτές οι τεχνικές χρησιμοποιούνται συχνά στη θεραπεία όλων των ασθενών με άγχος.

Οι τεχνικές χαλάρωσης είναι γενικά χρήσιμες για τη μείωση του βασικού άγχους και επίσης ενισχύουν την αντίληψη του αυτοελέγχου του άγχους. Το πιο συνηθισμένο σενάριο εκπαίδευσης χαλάρωσης είναι αυτό του Jacobson (Jacobson E. 1938), που συμβουλεύει τον ασθενή να παρατηρεί κάθε μυϊκή ομάδα για να εντοπίσει την ένταση των μυών και να χαλαρώσει τους μυς.

 

Έκθεση
Η έκθεση σε φοβικές καταστάσεις μειώνει το άγχος και τη φοβική συμπεριφορά. Μπορεί να πραγματοποιηθεί αντιμετωπίζοντας in vivo ("πραγματική ζωή") ή με φανταστικές καταστάσεις.

Ο ασθενής και ο θεραπευτής συνεργάζονται για να εντοπίσουν καταστάσεις που προκαλούν άγχος. Μόλις εντοπιστούν, οι καταστάσεις ταξινομούνται ιεραρχικά ανάλογα με το βαθμό ανησυχίας που προκαλούν, από καταστάσεις που προκαλούν λιγότερο άγχος στις πιο φοβισμένες καταστάσεις.

Με την καθοδήγηση του θεραπευτή, ο ασθενής στη συνέχεια αντιμετωπίζει σταδιακά τις καταστάσεις, από το λιγότερο μέχρι το πιο άγχος που προκαλεί, μέχρι να μειωθεί το άγχος του (φαινόμενο που ονομάζεται εξοικείωση). Η έκθεση σε καθεμιά από τις καταστάσεις πρέπει να είναι συστηματική ώστε να έχει ως αποτέλεσμα την εξοικείωση.

 

Προγραμματισμός των εργασιών στο σπίτι
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μέρος της συνεδρίας είναι αφιερωμένο στον προγραμματισμό και την παρακολούθηση των εργασιών στο σπίτι. Πρέπει να συζητηθεί και να καθιερωθεί η ανάγκη ολοκλήρωσης των καθηκόντων στο σπίτι.

Τέλος η κοινωνική φοβία είναι μια δύσκολη κατάσταση, καθώς η έναρξή της μπορεί να σημαίνει ευαλωτότητα του ατόμου να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που είναι καθοριστικές για τη λειτουργικότητά του στις καθημερινές δραστηριότητες και την ποιότητα της ζωής του.

Τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκε σημαντική αύξηση του αριθμού κλινικών πειραμάτων που εξετάζουν την εφαρμογή της ΓΣΘ για τη κοινωνική φοβία σε ατομική βάση. Υπάρχουν ωστόσο πολύ λιγότερα πειράματα που εξετάζουν την εφαρμογή της θεραπείας αυτής σε ομάδες.

Η έγκαιρη αναγνώριση της κοινωνικής φοβίας είναι σημαντική και οι εξελίξεις στην αντιμετώπισή της παρέχουν τη δυνατότητα για αποτελεσματική παρέμβαση.